1. Κέντημα: Ελένη Κασάσογλου ετών? 1882


2. Κείμενο: Ρένας Παπασπύρου


3. Το ένδυμα


4. Video: Ο Περίπατος στο Δρόμο


5. Video: Τα Κεφάλια


6. Video: Τα Πόδια


7. Video: Λεπτομέρειες


8 Video:Φωτογραφίες


9 ως 20: Φωτογραφίες από τον περίπατο το βράδυ 18 Μαίου στο περιστύλιο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (Παγκόσμια ημέρα και νύχτα μουσείων, Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ντούρος)


Ελένη – Ρένα – Άσπα
 
Η συνάντηση των τριών γυναικών, διαθέτει, το χάρισμα της ακούσιας συνέργειας που, θα μεταλλαχτεί σε πράξη εκούσια.
 
Πράξη; Παιγνίδι; Χρονοβόρα και επίπονη διαδικασία που η τελική της κατάληξη είναι ένα performance;
 
Η Ελένη Σ. δεν θα μάθει ποτέ το μέλλον των ασκήσεών της στην εταμίνα για την μάθηση κεντήματος, στις αρχές του περασμένου αιώνα.
 
Η Ρένα Π. ασφαλώς δεν είχε υποψιαστεί το μέλλον του κεντήματος της μικρής Ελένης όταν το αγόραζε στα παλιατζίδικα στο Μοναστηράκι για να το ξεχάσει για χρόνια σ’ ένα συρτάρι.
 
Και η Άσπα Σ. ούτε που φανταζόταν πού θα οδηγούσε το όνειρο που είδε, ότι δηλαδή, φορούσε για ρούχο ένα έργο της Ρένας.
Μια μη συνειδητή επιθυμία λοιπόν, καταλήγει σε μια συνειδητή συνέργεια με πολλές εκδοχές και ενδιαφέρον.
 
Η Ρένα Παπασπύρου και η Άσπα Στασινοπούλου, διαθέτουν ισχυρό παρελθόν και παρόν στο χώρο της Ευρωπαϊκής τέχνης. Φίλες από τα χρόνια της Α.Σ.Κ.Τ. συνεργάζονται για πρώτη φορά, χάριν του ιδιότυπου τελετουργικού στο οποίο συνεργούν τα μέσα και η έκφραση και των δύο.
Η αναζήτηση της εικόνας μέσα από τις αδιόρατες τυχαίες φόρμες παράγει εκατοντάδες φωτοτυπίες από τις σταυροβελονιές του κεντήματος της μικρής Ελένης.
Η Παπασπύρου, εργατική και λεπτολόγος, φωτισμένη, χρησιμοποιεί το τυχαίο αλλά δεν αφήνει τίποτα στην τύχη.
Το σύνολο της δουλειάς της από τις μεγάλες αποτοιχίσεις έως τις μικρές φόρμες που δημιουργούν τα εξαιρετικά μνημειακά της σύνολα, το αποδεικνύει.
Η Άσπα πάλι είναι γεννημένη performer και ας κάνει μόνο σήμερα το ντεμπούτο της (οι φωτογραφίες της ως γυμνό που ανεβαίνει και γυμνό που κατεβαίνει είναι απλά το προσωπικό της τεκμήριο αγάπης στον Duchamp).
Τα έργα της, τα σκέφτεται πολύ, τα κάνει εικόνες, ενίοτε τα ονειρεύεται και τα υλοποιεί γρήγορα. 
Αγαπά το απρόβλεπτο και αντιπαθεί την πειθαρχία.
Άρα;
Η Ρένα Παπασπύρου θα ετοιμάσει το έργο και η Άσπα θα το φορέσει, όπως εξ’ άλλου επιθυμούσε το ασυνείδητό της.
Φέροντας τις εικόνες στην ύλη της Παπασπύρου, η Άσπα παίζει το δικό της παιγνίδι στο χωρόχρονο.
Η συνειδητή, ωστόσο, επιλογή της Ρένας να «κατασκευάσει» το ρούχο – έλυτρο θα φέρει τις γνωστές της αξίες. Το παιγνίδι, θα γίνει κόσμος, έργο μνημειακό, που στο σώμα της Άσπας, παίρνει οντολογική σημασία.
Και αν ο θεατής θα παρακολουθήσει τη Στασινοπούλου ντυμένη με το έργο της Παπασπύρου και τις βιντεοπροβολές, έχει ενδιαφέρον να υποψιαστεί και ότι προηγήθηκε έναν ολόκληρο χειμώνα, στο ιδιότυπο εργαστήρι που στήθηκε. Βουνό από φωτοτυπίες - κομμένα χαρτιά, ψαλίδια και σύνεργα μοδιστρικής, κόψιμο, ράψιμο, πρόβες. Ανάμεσα στις δύο, μπαίνει συχνά και η μικρή Ελένη σε σχέση με τις βελονιές που έχει αφήσει.
Το performance, ως ζωντανή παρουσία του έργου τέχνης στο σώμα, ορίζει την τελευταία πράξη αυτού του παράξενου παιγνιδιού στον προαύλιο χώρο του Ε.Μ.Σ.Τ.
Η συνέργεια των δύο (ή μήπως των τριών;) επαναφέρει τον χαρακτήρα του τυχαίου σε μια διαδικασία που υπήρξε απόλυτα ηλεγμένη από την Ρένα Παπασπύρου.
Έχει ωστόσο τον χαρακτήρα του τυχαίου αφού η Άσπα μπορεί να κάνει ότι θέλει φορώντας τον κόσμο της Ρένας· πολύ πιθανόν να συμπράξει με την όποια έκπληξη. Καλοδεχούμενη.
Εκείνο που γράφεται στον θεατή είναι το αυθεντικό νεύμα στην τέχνη με το τελούργημα μίας τέτοιας ανταλλαγής δύο αυτούσιων και ανεξάρτητων καλλιτεχνών.
 
Δίχως την ανάγκη ενός roman á clef η Ελένη, η Ρένα και η Άσπα, δημιουργούν μία παγκόσμια πρώτη.
 
Μαρία Μαραγκού
 
 

 
Ελένη
Μια συζήτηση μεταξύ της Ρένας  Παπασπύρου, της Άσπας Στασινοπούλου και του Σταμάτη Σχιζάκη
 
 […] όταν η παράστασις τελειώσει,
αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.
Κωνσταντίνος Καβάφης, Ο Βασιλεύς Δημήτριος, 1906
 
Σταμάτης Σχιζάκης: Το έργο αυτό ξεκινάει από την πρόσκληση της Άσπας Στασινοπούλου στην Ρένα Παπασπύρου για τη δημιουργία ενός έργου το οποίο μπορεί να φορεθεί σαν ένδυμα. Η Παπασπύρου επέλεξε να κάνει ένα ένδυμα όπου αντί για ύφασμα το υλικό είναι φωτοτυπίες ενός κεντημένου δειγματολογίου (όπως θα μεταφράζαμε το sampler ή το marquoir) του 1882, υπογεγραμμένο από την Ελένη Κασσάσογλου, ετών…
 
Ρένα Παπασπύρου: Υπήρχε και η ηλικία αλλά έχει ξηλωθεί το κέντημα σε αυτό το σημείο, πάντως μικρότερη από δέκα γιατί φαίνεται ότι είναι μονοψήφιος ο αριθμός.
Αυτό το έργο έγινε πράγματι μετά από ιδέα της Άσπας που ήθελε να ενδυθεί, ας πούμε, ένα έργο δικό μου και να περπατήσει στο δρόμο, η ιδέα αρχικά ήταν να κατέβει μια σκάλα.
 
ΣΣ: Όπως στο  Αφιέρωμα στον Μαρσελ Ντυσάν , 1978 εκείνη την περφόρμανς φωτογραφημένη από τη Μαρία Δάρρα όπου η Άσπα Στασινοπούλου κατεβαίνει μια σκάλα, παραπέμποντας στο Γυμνό που κατεβαίνει τις σκάλες, 1912 του M. Duchamp. Την ίδια περίοδο στο έργο της Στασινοπούλου υπάρχουν και άλλες αναφορές στον ίδιο καλλιτέχνη όπως στο ζωγραφικό έργο του 1982 Rrose Sélavy, που παραπέμπει στο θηλυκό alter ego του M. Duchamp – μια ταυτότητα που ο καλλιτέχνης υποδύθηκε μέσω της ενδυμασίας.
Αντίστοιχα η Ρένα Παπασπύρου έχει χρησιμοποιήσει ξανά το «δείγμα» και το «δειγματολόγιο» όπως στη σειρά έργων Δειγματολόγια από το τοπίο της πόλης, 1979-1981 αλλά και το φωτοτυπημένο μεταλλαγμένο δείγμα όπως στην εγκατάσταση H απόλυτη ορατότητα με τυφλώνει το 2006
 
ΡΠ: Στη δική μου δουλειά υπάρχει αυτό το στοιχείο που αλλάζει ανάλογα με το τι καινούρια παράθεση του δίνεις… έχει ενδιαφέρον να βλέπεις πως μεταβάλλεται μια εικόνα και τι δυνατότητες μεταβολής έχει ανάλογα με τι αντιπαραθέτεις μαζί της.
ΣΣ: Θα μπορούσαμε να πούμε και ότι αυτό το νέο έργο είναι ένα ένδυμα φτιαγμένο με αυτή την πρακτική, με πρώτη ύλη φωτοτυπίες ενός κεντήματος. Μεταβάλλεται διαρκώς ανάλογα με το που βρίσκεται, με το αν έχει φορεθεί ή όχι, με το πώς περπατάει…
 
ΡΠ: Θα αλλάξει με το πώς θα περπατήσει η Άσπα, πώς θα κατέβει τη σκάλα, ανάλογα με το φως που θα πέσει πάνω της… Η φωτοτυπία ήταν και ένας τρόπος να μοιάζει το ένδυμα με ύφασμα αλλά να μην είναι. Παραμένει όμως ένας καμβάς.
 
ΣΣ: Αυτά τα κεντημένα δειγματολόγια είχαν αρχικά μια επαγγελματική χρήση, ήταν ένας τρόπος να επιδείξει κάποιος την κεντητική του τέχνη αλλά και να δείξει σε ένα πελάτη με ποιους τρόπους μπορεί να μαρκάρει ένα ύφασμα. Αργότερα, το 19ο αιώνα όπου δημιουργήθηκε και το κέντημα που χρησιμοποιήσατε, τα δειγματολόγια είναι πλέον τμήμα της βασικής εκπαίδευσης των κοριτσιών, όπου δείχνουν τις κεντητικές τους ικανότητες αλλά και τις γραμματικές τους γνώσεις. Το υπογράφουν κεντώντας το όνομα τους.
 
ΡΠ: Τα παιδιά τότε, ειδικά τα κορίτσια, τα εκπαίδευαν στο σπίτι, δεν υπήρχαν παντού σχολεία στα οποία έστελνε κάποιος το παιδί του, οπότε και αυτά τα κεντήματα συχνά ήταν τρόπος που κάποιο παιδί μάθαινε να διαβάζει και να γράφει, στο σπίτι. Ίσως και στις πιο πλούσιες οικογένειες και από κάποια παιδαγωγό που δούλευε εσωτερική - από τις πρώτες εργασίες αποδεκτές για μια γυναίκα- και τους μάθαινε να γράφουν να διαβάζουν και να λογαριάζουν, να ράβουν, και να έχουν καλούς τρόπους ανάλογα πάντα με το κοινωνικό στάτους κάθε οικογένειας. Το κέντημα αυτό που χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη συνδέεται με αυτές τις καταστάσεις.
 
Άσπα Στασινοπούλου: Ακριβώς.
ΣΣ: Το έργο τι μορφή θα πάρει όταν ολοκληρωθεί; Πως θα παρουσιαστεί;
 
ΡΠ: Σαν μια απλή δράση, μια διαδοχή κινήσεων…
ΑΣ: Πάρα πολύ απλή, σαν να μην γίνεται τίποτα. Πέρα από το περιεχόμενο του, η μορφή που θα πάρει αυτή η δράση δεν θα είναι ούτε θεατρικό, ούτε παντομίμα ή κάτι άλλο. Δεν θα παριστάνει τίποτα.
 
ΡΠ: Θα παριστάνει αυτό που είναι, δηλαδή έναν άνθρωπο ντυμένο με αυτό το κέντημα το χάρτινο που θα εμφανιστεί ξαφνικά και θα κάνει μια πορεία. Αυτό θα συνοδευτεί από προβολές λεπτομερειών στο ταβάνι που θα αφορούν στοιχεία και λεπτομέρειες που αναλύουν την τελική εικόνα του ενδύματος και την κίνηση της Άσπας. Και όλο μαζί θα συνοδεύεται με ήχο από το δρόμο.
 
ΣΣ: Γιατί αυτός ο ήχος;
 
ΡΠ: Γιατί η αρχική ιδέα ήταν να φορέσει η Άσπα το ένδυμα και να βγει έξω από το σπίτι δηλαδή να βγάλει το έργο έξω από το εργαστήριο.
 
ΑΣ: Οπότε ο μόνος ήχος που μπορούσε να το συνοδέψει ήταν ήχος δρόμου.
ΣΣ: Έχει το χαρακτήρα μιας αστικής παρέμβασης; Είναι ένα έργο που βγαίνοντας από το εργαστήριο ενδέχεται να προκαλέσει κάποιες αντιδράσεις σε ένα εντελώς ανυποψίαστο κοινό. Έχετε κάνει στο παρελθόν δράσεις στο δημόσιο χώρο, όπως η Άσπα Στασινοπούλου στο πλαίσιο της ομάδας τέχνης 4+ όπου πχ το 1976 μοιράζατε στο δρόμο ταχυδρομικές κάρτες με έργα καλλιτεχνών, και η Ρένα Παπασπύρου το 1979 στην αποτοίχιση τοίχου του σπιτιού στην οδό Στύλπωνος. Έχετε όμως ξανά δημιουργήσει έργο μαζί με κάποιον άλλο;
 
ΑΣ: Όχι. Έχω συμμετάσχει σε ομαδικές δράσεις, όπως και αυτή που ανέφερες, αλλά με έργα ατομικά.
 
ΡΠ: Και εγώ έχω συνεκθέσει με Κώστα Βαρώτσο στην Θεσσαλονίκη το 2012, στο Χώρο 18, και είχε προκύψει ένας πολύ καλός διάλογος, αλλά δεν έχω κάνει ποτέ κοινό έργο. Είναι δύσκολο να κάνεις ένα κοινό έργο, μπορεί να την πατήσεις πολύ εύκολα φαντάζομαι. Θα σου φανεί αστείο που το λέω έτσι αλλά είναι πιο εύκολο στις ηλικίες τις δικές μας να συνεργαστείς και να συνεννοηθείς γιατί έχεις μεγαλύτερη ωριμότητα και συνεπώς μεγαλύτερη ψυχραιμία.
 
ΑΣ: Και να έχεις μια σχέση, να αλληλοσυμπληρώνεσαι
 
ΡΠ: Να έχεις μια καλή πνευματική σχέση μαζί του, αλλά και να μπορείς να ελίσσεσαι μαζί με το μυαλό του άλλου.
 
ΑΣ: Ακριβώς. Είναι ένα παιχνίδι. Αυτό που με ενδιαφέρει σε αυτή την ιστορία είναι ότι δεν διηγείται τίποτα, δεν παριστάνει τίποτα, δεν έχει συγκεκριμένο όνομα, απλώς είναι η ιδέα δυο καλλιτεχνών, να περνούν ανάμεσα από τον κόσμο και να χάνονται…
ΡΠ: Πολύς κόσμος μπορεί να μεταμφιέζεται και να αλλάζει ρούχα στον ιδιωτικό χώρο, αυτό είναι ένα έργο όμως που βγαίνει στον καθημερινό και δημόσιο χώρο, και διαφοροποιείται.
Είναι ένας περίπατος με ένα ένδυμα της αρεσκείας της, αυτό ήθελε να φορέσει η Άσπα και αυτό φόρεσε
 
ΑΣ: Είναι αυτό που θα λέγαμε “a stroll” (μια βόλτα)
 
ΡΠ: Εγώ πάντως επιμένω στην πληροφορία που φέρει η πρώτη ύλη καθώς μετατρέπεται σε ένδυμα. Είναι αμφίσημο το ένδυμα τελικά, όταν το φοράς είσαι και δεν είσαι κάτι…
 
ΣΣ: Το φοράς από πάνω. 
ΡΠ: Ναι, μπορείς και απλά να το φορέσεις σαν ένα περιτύλιγμα. Πώς γράφει ο Καβάφης στο «Ο Βασιλεύς Δημήτριος» όπου ο Δημήτριος ο Πολιορκητής βγάζει τα βασιλικά του ρούχα και σαν ηθοποιός που τελείωσε την παράσταση βάζει κάτι άλλο και φεύγει; 
Όλη αυτή την πληροφορία τη φοράς μαζί με το ένδυμα, την φέρεις και τη μεταφέρεις.
 
ΑΣ: Εμένα μου αρέσει που όλη αυτή η ιστορία δεν έχει τίποτα το διδακτικό.
Περνάνε όλα ανάλαφρα.
 
ΡΠ: Από την άλλη όμως μην ξεχνάς ότι οι επιλογές που έγιναν σε αυτό το εγχείρημα μπορεί να μοιάζουν απλοϊκές αλλά δεν είναι καθόλου. Κάτω από το απλό κέντημα ενός παιδιού υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος γυναικείας γνώσης.
 
ΑΣ: Το ξέρω, επειδή όμως αυτό με λόγια δεν μπορεί να λεχθεί το λέμε με εικόνες…
 
 
Παγκράτι, 29/04/2013

TEXTS
 
Eleni – Rena – Aspa
 
The meeting of these three women spears the talent of an involuntary synergy, which transmutes itself to a bequeathed voluntary deed.
An action? A game perhaps? A time-consuming, yet arduous procedure, I wonder what supreme outcome befits a performance?
Eleni S. would never find out what has happened to her byplay on the embroidery etamine, as practice to her needlecraft, something like a century ago.
Rena P. has never had, surely enough, an inkling as to the offing of little Eleni’s embroidery when she bought it in a secondhand store in Monastiraki, to remain all closed up and forgotten in a drawer for the years to come.
More so, Aspa S. could have never imagined that the dream she saw in her sleep would lead her to wearing, literally, one of Rena’s works as clothes. Hence, a desire of conscience ends up as multiple synergy of awareness and interests.
 
Rena Papaspyrou and Aspa Stasinopoulou command both strong a past and present in the milieu of European contemporary art. Friends since the years of the Athens School of Fine Arts, they collaborate for the first time as an idiosyncratic ritual, which their expressive means heed upon. Their quest for artistic imagery, through casually intangible forms, produces a series of identical needlepoint photocopies of little Eleni’s embroidery. Industrious and fastidious, yet enlightened, Papaspyrou randomly exerts herself, but leaves nothing at random, for the body of her work indisputably manifests it, either the large scale wall-inclosures, or the minute forms that shape her beautifully monumental tableaus.
Aspa, on the other hand, is born to be a performer – even though for the first time – especially should one take into consideration her Duchampean ascending and descending of a staircase, a sincere, personal proof of her love towards him.  Aspa contemplates upon her works, she conveys them into visions, she occasionally dreams of them and, without any further ado, she gives them life and shape.
Aspa loves the unexpected and abhors discipline. 
So be it!
Rena would create the work, while Aspa would wear it - all primed and groomed – to indulge her sub-conscious. And by bringing her visions into Rena’s subject-matter, Aspa sets her own cards within time and space.
Rena’s conscious choice, nonetheless, to ‘manufacture’ the garment as a sheath, bestows her well known caliber and merit. Thus, their game transforms into a new world altogether, a work as monument, which, through Aspa’s body, takes entity and subsistence.
It would be interesting, however, should the viewer watch Aspa dressed in Rena’s work, simultaneously with the relevant video projections, to become suspicious of what proceeded the winter afore in that little makeshift atelier that was put up for the ‘garment’s’ purposes. Piles of photocopies cut into tiny pieces, scissors and other sartorial tools, cutting, sewing, fittings. Between the two of them, little Eleni intervenes with her needle stitching, her dowry from times bygone.
Today’s performance at EMST’s courtyard, as a live artwork expressed on a human body closes the curtain of this intrinsic game. The synergy of these two women (or perhaps all three of them) brings back the element of the accidental in a process fully mastered by Rena Papaspyrou. It does have, however, the element of the accidental, since Aspa can do as she pleases donning Rena’s cosmos, joining, most likely, forces to whatever surprise it may. Taken aback would be well off.
What registers, though, with the viewer is what matters; that authentic nod to art through the ritual of interaction between two self-same, yet independent artists.
A roman à clef notwithstanding, Eleni, Rena and Aspa create a world first ever.
 
Maria Marangou
 
(translation from greek to english: Stavros Kavalaris)
 
 
 
 
 
 
 
A conversation between Rena Papaspyrou, Aspa Stasinopoulou and Stamatis Schizakis
 
[…]the play over,
changes his costume and goes away..
King Dimitrios, C.P. Cavafy, 1906, Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrard
 
Stamatis Schizakis: This work begun after Aspa Stasinopoulou asked Rena Papaspyrou to create a wearable artwork. Rena Papaspyrou decided to make a garment for which instead of fabric she used a photocopied sampler made in 1882, signed by Eleni Kassasoglou, a girl about…
                                     
Rena Papaspyrou: The age was embroidered on the sampler but this area has become unrip…less than 10 years old for certain because you can see that it’s a single digit.
This work was indeed created after Aspa’s wish to wear a work of mine and walk on the street. In the beginning she wanted to descent a stairway.
 
SS: Like in Tribute to Marcel Duchamp, 1978, a performance photographed by Maria Dara, were Aspa Stasinopoulou descends a stairway, a clear reference to Nu descendant un escalier n° 2, 1912 by Marcel Duchamp. During this period Aspa Stasinopoulou’s work often refers to M. Duchamp like in the 1982 painting titled Rrose Sélavy , Duchamp’s female after ego- an identity performed through clothing. 
Also, Rena Papaspyrou has used “samples” and various “samplers” in her work before, like in the series of works Samples from the Urban Landscape, 1979-1981 as well as the photocopied altered sample like in the installation The Ultimate Vision Makes me Blind, 2006.
 
RP: In my practice there is an element that changes according to its environment… it is interesting to see how an image changes and what are its capabilities for change, depending on what you juxtapose with it.
 
SS: We could even say that this applies in this new work, in this garment made with photocopies as its raw material. It changes continuously depending on its environment, on how it is worn…
 
RP: It will change depending on how Aspa will walk, how she will descend the stairs, on the light conditions…The photocopy was a way to make the garment look like fabric without being fabric. However, it is a canvas.
 
SS: Embroidered samplers initially had a professional usage, as a means of proving skillfulness and displaying available marking styles. In the 19th century, when the sampler that you used was made, samplers become part of basic education for girls, where they display their embroidering abilities as well as their grammatical knowledge. The girls would sign the samplers by embroidering their name.
 
RP: Kids then, especially girls, were often educated at home. Schools were not available everywhere, so these samplers were often a way some kids could learn to read and write at home. Maybe in well to do families a governess – one of the first accepted professions for women- would learn the kids to read, write and count, to sew, and to have good manners, always according to the family’s social standing. The sampler used as the raw material for this work, is related to all these situations.
 
Aspa Stasinopoulou: Exactly
 
SS: How will you present the finalized work?
 
RP: Like a simple performance, a sequence of movements…
 
AS: Very simple, like almost nothing is happening. Beyond the content of the work, the form it will take will be neither theatrical nor like mime or anything else.
It will not represent something.
 
RP: It will represent itself, i.e. a human clad in this paper sampler who will appear out of nowhere and walk around the museum. This will be accompanied by video projections of details analyzing the image of the garment and Aspa’s movement. All this will be accompanied by street sounds.
 
SS: Why did you choose street sound?
 
RP: Because the initial idea was for Aspa to wear the garment and walk outside, in other words, take art out of the studio and into the street.
 
AS: So the only sound that would do was street noise.
 
SS: Will it have the character of an urban intervention? It is a work that by coming out of the studio may cause reactions from a completely unsuspecting audience. Both of you have participated in events in the urban space, like Aspa Stasinopoulou’s participation in Art Group 4+ actions, like the one in 1976 where they handed out postcards with printed artworks on the street, or Rena Papaspyrou’s in 1979 where she removed a piece from the wall  of an abandoned house in Stylponos street.  But is it the first time you create a work together with someone else?
 
AS: Yes, I have often participated in group actions, like the one mentioned, but with personal works.
 
RP: I have coexhibited with Costas Varotsos in Thessaloniki in 2012, in Space 18, and a very good dialogue occurred, but I have never co-created a common work before. You may think that it is funny but it is easier to cooperate when you are older, because you have matured and as a result you have more self-control.
 
AS: And you can have a good relation, and complement each other.
 
RP: You can have a deep mental relation with the other, and you can maneuver together with the other’s mind.
 
AS: Exactly. It’s a game. What matters to me in this story is that it doesn’t narrate anything, it doesn’t represent anything, it doesn’t have a specific name, it is simply the idea of two artists that walk through the crowd and then they disappear…
 
RP: A lot of people may disguise and change clothes in private but this is different, it’s a work that comes out in the public and everyday space. It’s a walk with a garment of the artists’ choice- that is what Aspa wanted to wear.
 
AS: It’s what someone will call a stroll
 
RP: I do insist that the information that is embedded in the raw material (in the sampler) is carried through the garment. A garment is ambiguous, when you wear it you become the garment but you also remain yourself.
 
SS: You wear it over.
 
RP: Yes, you can simply wear it as a cover. Like in Cavafy’s poem “King Dimitrios” were Dimitrios the besieger takes off his King’s robes and like an actor after the performance, wears something else and leaves…
All this information is worn with the garment, you wear it and you carry it and you transfer it.
 
AS: What I like in this story is that it doesn’t have anything didactic and moralistic.
Everything is lightly insinuated.
 
RP: Don’t forget though that the choices made in this project may look simplistic but there are not. Under the sampler made from a kid more than a century ago there is a whole world of female knowledge.
 
AS: I know that Rena but you cannot say that with words. We will say it with images.
 
 
Pagrati, Athens, 29/04/2013


Ένδυμα: Ρένα Παπασπύρου

Κίνηση: Άσπα Στασινοπούλου

Φωτογραφία: Ελένη Λύρα

Μοντάζ και ήχος: Τάκης Λύρας

Κάμερα: Τάκης Λύρας, Σταμάτης Σχιζάκης

Κείμενα: Ρένα Παπασπύρου, Μαρία Μαραγκού, Σταμάτης Σχιζάκης




21 ως 27. Η 'Ελένη' παρουσιάστηκε από τις 5 Νοεμβρίου 2013 ως τις 3 Δεκεμβρίου, στο Χώρο 18, Χρυσοστόμου Σμύρνης 18, Θεσσαλονίκη. xoros18@gmail.com